Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Για ένα συγκρουσιακό αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστικό και υλοποιήσιμο εθνικό σχέδιο!



Του Μιχάλη Καρχιμάκη

 Πρώην Υφυπουργού - Στελέχους Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Σκέψεις, θέσεις και προτάσεις 


Μια Εθνική Στρατηγική με ορατά αποτελέσματα είναι ανάγκη να  περνάει πρωτίστως από την ωρίμανση του πολιτικού συστήματος και την αποδοχή από μέρους του, της ιστορικής ευθύνης, όχι να κυβερνήσει η μια ή η άλλη συνιστώσα του, αλλά να βγάλει τον τόπο από τα αδιέξοδα.


✓ Αφορά , όλα αυτά τα οποία αντιλαμβανόμαστε ως συστατικά στοιχεία μίας ΝΕΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ και στοχεύει σε όλα όσα χρειάζεται να αλλάξουμε από το χθες.

  • Αφορά, μια νέα συμφωνία αναδιανομής πόρων και φόρων και ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο
  • Αφορά, την ενεργοποίηση ουσιαστικών μηχανισμών απονομής δικαιοσύνης , με το άνοιγμα ενός Εθνικού διαλόγου με τους εμπλεκόμενους (Δικαιοσύνη , Δικηγόροι , Κόμματα , Κινήματα , Θεσμούς , Πολίτες) με γρήγορα αποτελέσματα.
  • Αφορά, ένα διαφορετικό πολιτικό σύστημα και μια διαφορετική σχέση πολίτη -  πολιτικού συστήματος

ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΩΝ – ΝΕΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟν

  • Με ολοκληρωμένη νομοθετική πρωτοβουλία από το 2012, είχαμε προτέινει τη θέσπιση καθολικών, υποχρεωτικών ηλεκτρονικών συναλλαγών και κίνητρα για επιστροφή ποσοστού φόρου - για ποσά μέχρι 300 ευρώ - όπως γίνεται σε πολλές άλλες χώρες, όπως Καναδάς, ΗΠΑ, Αυστραλία, Νότιος Κορέα κλπ.

Η νομοθετική πρωτοβουλία αυτή (η οποία δεν έγινε δεκτή από τον τότε Υπουργό Οικονομικών),βελτιωμένη και εναρμονισμένη στις ιδιαιτερότητες της συγκυρίας πρέπει να  αποτελέσει την αποφασιστική απάντηση της πολιτείας απέναντι σε όσους υπεξαιρούν ΦΠΑ (περίπου 15 δις ετησίως) και ασφαλιστικές εισφορές(υπολογίζονται στα 6 δις ετησίως).

  • Με Νομοθετική πρωτοβουλία επίσης από το 2012 είχαμε προτείνει επίσης την απαίτηση της επείγουσας διαδικασίας άντλησης των στοιχείων του συνολικού καταλόγου των 700.000 – 1000000 περίπου  καταθετών που εξήγαγαν τα τελευταία 12 χρόνια στο εξωτερικό ποσά μεγαλύτερα των 100.000 ευρώ

Με έλεγχο από τις φορολογικές αρχές και Τράπεζες και φορολόγηση όσων εξ αυτών δεν έχουν φορολογηθεί, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει η νομοθεσία της κυβέρνησης Παπανδρέου (2011) περί άρσης τραπεζικού απορρήτου.

Σύμφωνα με μετριοπαθείς εκδοχές κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιφέρει εφάπαξ αύξηση των εσόδων μέχρι και 40 δις, με δεδομένο ότι οι πιθανές αφορολόγητες καταθέσεις εξωτερικού υπολογίζονται πως ξεπερνούν τα 300 δις ευρώ.


Τα περισσότερα από τα πολλές εκατοντάδες δισεκατομμύρια, βρίσκονται σε φορολογικούς παραδείσους και σε διάφορες Ευρωπαϊκές και Αμερικάνικες τράπεζες παραμένοντας αφορολόγητα μέχρι σήμερα.


Οφείλει η Κυβέρνηση και ο Υπουργός Οικονομικών, να ζητήσει κατεπειγόντως την  παράδοση από την Τράπεζα της Ελλάδος, του συνόλου του ηλεκτρονικού της αρχείου, με όλες τις αποστολές κεφαλαίων (εμβασμάτων) άνω των 100.000 ευρώ στο εξωτερικό, από το 2002 και μετά που τηρεί ηλεκτρονικά όλα τα αυτά τα δεδομένα.


Πρόκειται για δεκάδες χιλιάδες μεγαλοκαταθέτες εξωτερικού,  που τα κεφάλαια τους διοχετεύθηκαν εκτός Ελλάδας, χωρίς πριν να έχουν ελεγχθεί αν είναι φορολογημένα ή όχι.
Υπολογίζεται ότι, τουλάχιστον τα μισά από αυτά τα διαφυγόντα κεφάλαια, είναι αφορολόγητα εν όλω ή εν μέρει.

Άμεσα δε, να διασταυρωθεί αυτό το αρχείο με το ηλεκτρονικό αρχείο που τηρεί η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, με online διασύνδεση των δύο συστημάτων και άμεση πρόσβαση σε αυτά των πιστοποιημένων υπαλλήλων.
Σε περίπτωση ελλείψεως προσωπικού να αξιοποιηθούν στον προέλεγχο πιστοποιημένα λογιστικά γραφεία Α΄ τάξης.


Η κυβέρνηση έχει επίσης την  ηθική και πολιτική υποχρέωση να ακυρώσει τον νόμο 4174/26-07-2013 που έβαλε πλάτη στην φοροδιαφυγή παραγράφοντας για 9 ολόκληρα χρόνια ελέγχους για όλους όσους έβγαλαν στο εξωτερικό με εμβάσματα πιθανά αφορολόγητα ποσά.

Ο συμβολισμός και η ουσία της επανανομοθέτησης των ελέγχων αυτών από το 2000 και μετά θα αποτελέσει ένα πραγματικό μήνυμα ελπίδας και δικαιοσύνης, και για όλους όσους δοκιμάστηκαν από την κρίση αλλά και για τους πραγματικούς και έντιμους δημιουργικούς παραγωγούς της οικονομίας.


●       Η Επιτροπή του Άρθρου 70Α για υποθέσεις με διαφορές σε πρόστιμα και φόρους άνω των  300.000 ευρώ, καταργήθηκε, τη ίδια στιγμή που επιβάλλονται επιπλέον φόροι στα ίδια φορολογικά υποζύγια.

Το αποτέλεσμα είναι να μπουν στο απυρόβλητο υποθέσεις για απόδοση φόρων ύψους 2,5 δις ευρώ

Είναι ανάγκη να επισημανθεί  αυτή την ιδιότυπη φορολογική αμνηστία και να αποφασιστεί η ανασύσταση Περιφερειακών Επιτροπών με πρόεδρο δικαστικό, ανάλογα με την εισροή υποθέσεων.


●       Να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι για τα 500.000 πλαστά και εικονικά τιμολόγια αξίας 4,5 δις ευρώ, που μόνο από το ΦΠΑ θα αποδώσουν 1 δις επιπλέον φόρους.

●       Να υπάρξει αποτελεσματικός έλεγχος χιλιάδων φορτίων σε φορτηγά που εισέρχονται από τις πύλες εισόδου του Έβρου, με υψηλής δασμολογικής κλάσης εμπορεύματα, τα οποία εκτελωνίζονται σε δασμολογικές κλίμακες χαμηλότερες, όπως προκύπτει από ελέγχους του ΣΔΟΕ.

Το αρμόδιο υπουργείο πρέπει να σταματήσει αυτή τη πρακτική που κοστίζει έσοδα πολλών εκατομμυρίων στο ελληνικό κράτος ;

● Απαιτείται  ρευστότητα στην αγορά από τις ανακεφαλαιοποιημένες τράπεζες και ειδικά από εκείνες που το Δημόσιο έχει κυρίαρχο ρόλο, αφού τα χρήματα προέρχονται από τα  δάνεια που πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι και κυρίως οι εύκολοι στόχοι της κρίσης.

●   Είναι ανάγκη να υπενθυμιστεί ότι, οι τράπεζες ενώ έλαβαν δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, αρνήθηκαν σε μεγάλο βαθμό τον δημόσιο έλεγχό τους μέσω των κοινών μετοχών και δεν  διοχετεύτηκε  ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.


Oι τράπεζες που ανακεφαλαιοποιήθηκαν με χρήματα των Ελλήνων φορολογούμενων, , πρέπει να πουν πόσα χρήματα εξ αυτών έχουν διαθέσει στην πραγματική οικονομία και πόσα προγραμματίζουν να διατεθούν το επόμενο διάστημα εφόσον υπάρξει και υλοποιηθεί μια νέα συμφωνία και με δεδομένο την ποσοτική χαλάρωση από τη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα .


●   Το τραπεζικό σύστημα λειτούργησε και λειτουργεί με διαδικασίες απομόχλευσης.

Το ζήτημα της ρευστότητας καθίσταται κορυφαίο για την προοπτική της ελληνικής οικονομίας και τη δημιουργία ελπίδας στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα τους νέους.


Το πιθανότερο είναι, το τραπεζικό σύστημα να επιμείνει σε στρατηγική απομόχλευσης.
Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο και εθνικά επιτακτικό να διασφαλιστεί η διοχέτευση στην αγορά νέας χρηματοδότησης με τη δημιουργία νέων χρηματοδοτικών φορέων.


Όχι ασφαλώς με τη δημιουργία νέων τραπεζών, αλλά νέων ευέλικτων χρηματοδοτικών φορέων, σε εθνική και περιφερειακή εμβέλεια, οι οποίοι θα πρέπει να διοχετεύσουν στην αγορά, σε παραγωγικές και εξαγωγικές δραστηριότητες  επαρκή κεφάλαια για την επόμενη τριετία, με στόχο τη δημιουργία 150.000 μικρών και μεσαίων νέων επιχειρήσεων, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τουλάχιστον 500.000 θέσεις εργασίας.


Επομένως, η κυβέρνηση πρέπει, κατά απόλυτη προτεραιότητα, να εξασφαλίσει μετά την συμφωνία και την υλοποίηση του πακέτου Γιούνκερ πρόσθετα κεφάλαια για το σκοπό αυτό.

ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΟΧΕΥΕΙ :


1.      Να κατευθυνθούν κατά προτεραιότητα σε παραγωγικές δραστηριότητες και ιδιαίτερα σε εκείνες που αξιοποιούν εγχώριους πόρους και ελληνικές πρώτες ύλες, οι χρηματοδοτικοί πόροι που σήμερα διαθέτει η χώρα μας  ( Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύ
σεων, ευρωπαϊκές συμμετοχές, τραπεζικός δανεισμός κλπ).

2.      Να αποτελούν κυρίως πλέον κριτήρια  ενίσχυσης των επενδύσεων η εγχώρια προστιθέμενη αξία και ο εξωστρεφής χαρακτήρας των επιχειρήσεων, ώστε

●        Nα σταματήσει επί τέλους η κατασπατάληση δημόσιου χρήματος σε παρασιτικές δραστηριότητες και υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας.


●        Nα πούμε όχι σε κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, που καταλήστεψαν το δημόσιο χρήμα και άφησαν πίσω τους μηδενικό ή ελάχιστο  έργο.


3.      Να συμβάλουμε ουσιαστικά στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, όχι μόνο με θεσμικές αλλαγές - που μένουν συνήθως στα χαρτιά - αλλά με ουσιαστικό έργο όπως


●       Η προώθηση των περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων


●       Η  οργάνωση της επιχειρηματικής υποδομής και


●       Η επανεξέταση των ενεργειακών βαρών ιδιαίτερα για την αγροτική παραγωγή και τις ενεργοβόρες παραγωγικές δραστηριότητες


4.      Να ενισχύσουμε  την εξωστρέφεια των επιχειρήσεων και την παρουσία ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό.


●        Σε αυτή την κατεύθυνση η οικονομική διπλωματία μας οφείλει να μπει μπροστά και να παύσει να αποτελεί ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό της χώρας μας στο εξωτερικό.

Οφείλει να ανοίξει δρόμους και να ενισχύσει την ελληνική παρουσία στις ξένες αγορές, κυρίως  για τις  μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τις παραγωγικές ενώσεις, που δεν διαθέτουν την υποδομή και τη γνώση να διεισδύσουν σε νέες αγορές.


ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΑΜΕΣΗΣ ΣΤΕΛΕΧΩΣΗΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ 

Στην οικονομία, στην αγορά, στην εργασία, στην υγεία, στα τρόφιμα κλπ

Λαμβάνοντας υπόψιν, ότι η ανυπαρξία ελέγχων σε πολλούς τομείς της οικονομικής και παραγωγικής δραστηριότητας, εξαιτίας της κατάρρευσης των ελεγκτικών μηχανισμών από την έλλειψη προσωπικού, οδήγησε στην υπονόμευση και στην απώλεια δημοσίου πλούτου.

Η ανορθολογική κατανομή προσωπικού, στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, θα πρέπει να ανακατανεμηθεί  και να διοχετευθεί μετά από μια ταχύρυθμη επιμόρφωση στους ελεγκτικούς μηχανισμούς , οι οποίοι και θα κληθούν να συμβάλουν στην διεύρυνση του δημόσιου πλούτου στην χώρα.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ :

1.       Ένα νέο πολιτικό πλαίσιο για τη διαφάνεια, την αντιπροσωπευτικότερη εκπροσώπηση πολιτών με μεγαλύτερη αναλογία, μικρές περιφέρειες κλπ.

2.       Μόνιμη Δημόσια Ανάρτηση στο Διαδίκτυο του Πόθεν Έσχες Πολιτικών, Δικαστών, Δημόσιων Λειτουργών, Στελεχών Αυτοδιοίκησης, Μελών Διοικητικών Συμβουλίων Οργανισμών και Φορέων Δημοσίου, Συνδικαλιστών, Δημοσιογράφων και Ιδιοκτητών Μέσων Ενημέρωσης.

Η δημόσια ανάρτηση είναι ο μόνος τρόπος να  ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους ασκούντες εξουσία οποιασδήποτε μορφής.

Δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως μομφή εναντίον τους, αλλά ως διαδικασία που ενισχύει τη διαφάνεια και περιφρουρεί τους πολλούς έντιμους εξ αυτών.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΠΟΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ :

Πρωτοβουλίες για την ταχύτερη εκδίκαση των εκατοντάδων χιλιάδων υποθέσεων (οικονομικών, φορολογικών, απαλλοτριώσεων δημοσίων έργων, αναπτυξιακών – επενδυτικών) που αφορούν μεγάλα ποσά και που εκκρεμούν στα δικαστήρια, κατά αποκλειστική προτεραιότητα.


Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ


Σε αναπτυξιακή τροχιά με εργαλείο την ουσιαστική αναμόρφωση του νομοθετικού και δικονομικού συστήματος διεκπεραίωσης  των διοικητικών υποθέσεων στην ελληνική έννομη τάξη.

Ι. «Όλο και περισσότερο, η αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης, κυρίως στο επίπεδο του χρόνου, μπορεί να γίνει σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο σε μια Ευρώπη που πρέπει να ξαναβρεί ισχυρούς αναπτυξιακούς ρυθμούς. Οι δε τελευταίοι φυσικό είναι να συνδέονται και με τη θεσμική της αρχιτεκτονική.


Συνεπώς, στις σημερινές συνθήκες ταχύτατων μεταβολών αλλά και παγκόσμιων μετασχηματισμών, ένα γρήγορα και αξιόπιστο σύστημα απονομής δικαιοσύνης βοηθά όλους τους πολίτες και τον επιχειρηματικό κόσμο στο σύνολό του να βρουν, μεταξύ άλλων, και τους βηματισμούς που είναι απαραίτητοι στις προσπάθειές τους. Αυτό είναι εξόχως ζωτικό για χώρες, όπως η Ελλάδα για παράδειγμα, που έχουν ανάγκη να μπουν εκ νέου σε αναπτυξιακή τροχιά.»


Με αυτή τη διαπίστωση της Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Επιτρόπου για θέματα Δικαιοσύνης, αλλά και με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στον ΠΙΝΑΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ 2015 ,τα οποία εκτίθενται στη συνέχεια, έχει καταστεί πλέον και επίσημα  και μάλιστα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αξίωμα ότι η αποτελεσματικότητα των συστημάτων της απονομής δικαιοσύνης στο δικαιϊκό σύστημα ενός κράτους-μέλους , παίζει πρωταρχικό ρόλο στην ενίσχυση της οικονομικής του ανάπτυξης και ευημερίας.

Η άρρηκτη αυτή σχέση του δίπολου δικαιοσύνη-ανάπτυξη , αποτυπώθηκε στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ενσωμάτωσε τον Πίνακα Αποτελεσμάτων για τον Τομέα της Δικαιοσύνης το 2015, στην οποία αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα ότι:


«Η έκδοση του πίνακα αποτελεσμάτων της ΕΕ στον τομέα της δικαιοσύνης για το 2015 (εφεξής «πίνακας αποτελεσμάτων») παρουσιάζεται σε μια χρονική στιγμή που η ΕΕ έχει δεσμευθεί για την αναζωογόνηση της οικονομικής ανάπτυξης και για τη δημιουργία νέας ώθησης για την αλλαγή. Ο ρόλος των αποτελεσματικών συστημάτων απονομής δικαιοσύνης στη δημιουργία ενός φιλικού προς τις επενδύσεις περιβάλλοντος, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, την παροχή μεγαλύτερης ρυθμιστικής προβλεψιμότητας και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης είναι βασικός. Ο σημαντικός ρόλος των συστημάτων δικαιοσύνης στην οικονομική ανάπτυξη συμπληρώνει την ιδιαιτέρως σημαντική λειτουργία τους που αφορά τον σεβασμό των αρχών βάσει των οποίων ιδρύθηκε η ΕΕ.»


Την ίδια στιγμή, κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει τον πρωτεύοντα ρόλο των δικαστικών μεταρρυθμίσεων, ως αναπόσπαστου μέρους των διαρθρωτικών συνιστωσών των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζονται προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, η Ελλάδα εμφανίζεται με τα μελανότερα χρώματα ως προς την ποιότητα, αποτελεσματικότητα και ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης.


Ειδικότερα η Ελλάδα έχει την εξής κατάταξη:

  • Η 2η από 26 χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμών εισαχθεισών υποθέσεων αστικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου 
  • Η 3η από 26 χώρες με τον περισσότερο χρόνο για την εκδίκαση εμπορικών, αστικών και διοικητικών υποθέσεων
  • Η 1η από 26 χώρες με το μεγαλύτερο αριθμό εκκρεμών διοικητικών υποθέσεων
  • Η 2η από 28 χώρες με τον περισσότερο χρόνο για την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν στην παραβίαση του ελεύθερου ανταγωνισμού, της νομοθεσίας δημοσίων συμβάσεων και της νομοθεσίας περί προστασίας του καταναλωτή.

ΙΙ.  Στα πλαίσια των ως άνω διαπιστώσεων, οι οποίες εν πολλοίς αποτυπώνονταν με αρνητικά μεγέθη και σε προγενέστερες ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Τομέα της Δικαιοσύνης (ετών 2012, 2013 και 2014), ξεκίνησε η προσπάθεια αναμόρφωσης του πλαισίου απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, εστιάζοντας όμως, κυρίως στην αναμόρφωση της Πολιτικής Δικονομίας, η οποία αφορά στην εκδίκαση των αστικών και εμπορικών υποθέσεων κατά κύριο λόγο. 


Η διαδικασία επίλυσης των διοικητικών διαφορών που στην ουσία είναι οι διαφορές αναπτυξιακού, δημοσιονομικού, φορολογικού και εν γένει δημοσίου χαρακτήρα, παρέμεινε ανέγγιχτη, με αποτέλεσμα αφενός να αυξάνεται ο ήδη υπέρογκος αριθμός των εισαγόμενων στα διοικητικά δικαστήρια υποθέσεων και αφετέρου να καθίσταται σχεδόν αδύνατη η εκδίκασή τους σε χρόνο ΕΠΙΚΑΙΡΟ τόσο για τα συμφέροντα του ιδιώτη-διοικούμενου όσο και για το συμφέρον του Δημοσίου.


ΙΙΙ. Τα σύνθετα και πολυπαραγοντικά προβλήματα  που αντιμετωπίζει ο χώρος της διοικητικής δικαιοσύνης έχουν αναδειχθεί  και εκτεθεί επανειλημμένως τόσο από τους δικαστικούς λειτουργούς και τους εκπροσώπους τους, όσο και από εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες του καθ’ύλην αρμόδιου Υπουργείου Δικαιοσύνης. Εντούτοις, στην χρονική στιγμή κατά την οποία το κάλεσμα για πλήρη ενεργοποίηση όλων των δημοκρατικών θεσμών, ως μέσου ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας, είναι επιτακτικότερο από ποτέ, η διοικητική δικαιοσύνη παραμένει καθηλωμένη σε απαρχαιωμένες και αναποτελεσματικές διατάξεις.


Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, να καθίσταται αδύνατη η είσπραξη δημοσίων εσόδων, να ματαιώνονται δημόσια έργα και επενδύσεις, να παρεμποδίζεται εν τέλει οποιαδήποτε αναπτυξιακή προσπάθεια και προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης της χώρας.


Ενώ, ακόμα και οι νομοθετικές τροποποιήσεις που επιχειρήθηκαν, ιδίως στο χώρο του φορολογικού δικαίου, αναφορικά με την εξωδικαστική επίλυση των φορολογικών διαφορών , έχουν εντείνει όπως φαίνεται την ασφυξία των διοικητικών δικαστηρίων και παράλληλα έχουν αφήσει ανεκδίκαστες εκατοντάδες φορολογικές υποθέσεις εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.


Ενδεικτικά, σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, το έτος 2013 , στην Επιτροπή Διοικητικής  Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, του Υπουργείου Οικονομικών που  είναι αρμόδια για το υποχρεωτικό εξωδικαστικό στάδιο επίλυσης φορολογικών διαφορών, λίμναζαν υποθέσεις με οικονομικό αντικείμενο πάνω από 1,5 δις ευρώ.


ΙV. Από την παραπάνω σύντομη αναφορά και ιδίως από την εικόνα  της κλιμακούμενης κατάρρευσης του συστήματος λειτουργίας της διοικητικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, (σημ. οι προαναφερόμενοι δείκτες φαίνεται  να έχουν επιδεινωθεί αισθητά  το 2015, σε σχέση με εκείνους της αντίστοιχης ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του έτους 2013), καθίσταται σαφές ότι έως σήμερα επιχειρούμενες μεταρρυθμίσεις, είτε δεν ήταν επαρκείς είτε προσανατολίστηκαν σε λάθος κατεύθυνση.


Η ανάγκη για εκσυγχρονισμό του μοντέλου λειτουργίας και απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης είναι άμεση και επιτακτική και οι προτάσεις πλέον πρέπει να έχουν σαφές περιεχόμενο και συγκεκριμένο προσανατολισμό, ουσιαστικής ενίσχυσης της διοικητικής δίκης.

Για τη διαμόρφωση των προτάσεων αυτών απαιτούνται :



  • ΕΝΑΡΞΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ-  συνδιαμόρφωση των προτάσεων για την επιτάχυνση και αποτελεσματικότητα της Διοικητικής Δίκης από όλους του εμπλεκόμενους φορείς, Δικαστικούς Λειτουργούς, Δικηγόρους, Δικαστικούς Υπαλλήλους κλπ.
  • ΘΕΣΠΙΣΗ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ - ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ. Η δικαστική εξουσία και ιδίως η διοικητική δικαιοσύνη μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο όταν υπάρχει αποτελεσματική διοίκηση και αποτελεσματική νομοθέτηση.
  • Η συγκεκριμενοποίηση της συλλειτουργίας νομοθεσίας, διοικητικής διαδικασίας και διαδικασίας εκδίκασης διοικητικών διαφορών είναι μονόδρομος.
  • ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ.

Στα πλαίσια αυτών των κατευθύνσεων  και πάντοτε εντός των ορίων του Συνταγματικού Δικαιώματος της Δικαστικής Προστασίας, θα πρέπει να εξεταστούν:


1α) Η δυνατότητα θέσπισης επιπλέον όρων και προϋποθέσεων στη χορήγηση αναστολής από τα Διοικητικά Δικαστήρια.


Α) Με το καθεστώς που ισχύει έως σήμερα στις Δικονομίες των Διοικητικών Δικαστηρίων, και συγκεκριμένα στη Δικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας, στη Δικονομία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τη Δικονομία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, οι ΚΥΡΙΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣπου εξετάζονται για τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης διοικητικών πράξεων είναι (με μικρές παραλλαγές σε κάθε ειδικότερο δικονομικό κείμενο):



  • Η πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου βοηθήματος(ελάχιστες περιπτώσεις αναστολών χορηγούνται γι αυτό το λόγο)
  • Η απόδειξη εκ μέρους του αιτούντος την αναστολή , ΟΤΙ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΘΑ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΒΛΑΒΗ, ΣΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΟΥ.

Η δεύτερη αυτή περίπτωση, η οποία είναι και μακράν η συνηθέστερη αιτία χορήγησης αναστολής, επιφέρει ως αποτέλεσμα την αναστολή , δηλαδή το  «πάγωμα» εκτέλεσης της διοικητικής πράξης στην οποία αφορά, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση οριστική από το Διοικητικό Δικαστήριο. Ακόμα όμως και όταν εκδοθεί απόφαση από το Πρωτοβάθμιο Διοικητικό Δικαστήριο, είναι δυνατή η αίτηση για τη χορήγηση αναστολής κατά της δικαστικής απόφασης μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του Δευτεροβάθμιου κ.ο.κ. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, ο μέσος χρόνος που απαιτείται σήμερα για την έκδοση  αμετάκλητης απόφασης από τα ανώτατα Διοικητικά Δικαστήρια είναι από 8 έως και 14 έτη.


Επομένως, σε πολλές περιπτώσεις η τελική έκδοση απόφασης είναι αλυσιτελής και η δικαστική προστασία ανεπίκαιρη καθώς, ο διάδικος μπορεί να έχει πτωχεύσει (όταν πρόκειται για χρηματικό καταλογισμό) , να έχει αποβιώσει κ.ο.κ.


Β) Με δεδομένο, ότι στις ως άνω αναφερόμενες δικονομίες ορίζεται ότι η αναστολή είναι δυνατό να μη χορηγηθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια του Εθνικού Διαλόγου :

  • H δυνατότητα νομοθετικής εξειδίκευσης των λόγων δημοσίου συμφέροντος που αποκλείουν τη χορήγηση αναστολής σε αναπτυξιακές δίκες

  • Η δυνατότητα απαγόρευσης χορήγησης αναστολής σε φορολογικές δίκες όταν πιθανολογείται από τον δικαστή η πρόθεση φοροδιαφυγής από τον αιτούντα.

  • H δυνατότητα επανεξέτασης σε ορισμένες περιπτώσεις της χορηγηθείσας αναστολής εντός ενός έτους π.χ. προκειμένου να είναι δυνατό να διακριβωθεί αν συνεχίζει να υφίσταται η οικονομική αδυναμία του αιτούντος.

  • H θέσπιση ειδικότερων προϋποθέσεων χορήγησης αναστολής στις αναπτυξιακές δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε συνάρτηση  με το έννομο συμφέρον του αιτούντος.

1β) H οριοθέτηση με νόμο του εννόμου συμφέροντος στις δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και ειδικότερα στις δίκες που αφορούν σε αναπτυξιακά έργα και επενδύσεις.

Το έννομο συμφέρον , δηλαδή το «δικαίωμα» προσφυγής του πολίτη στα διοικητικά δικαστήρια, λόγω της βλάβης που υφίσταται από την έκδοση κάποιας διοικητικής πράξης, όπως έχει οριστεί από τη Νομολογία , πρέπει να είναι ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ, ΑΜΕΣΟ ΚΑΙ ΕΝΕΣΤΩΣ.


Εντούτοις, ιδιώς στις περιβαλλοντικές δίκες που συναρτώνται άμεσα με την εκτέλεση δημοσίων αναπτυξιακών έργων, το έννομο αυτό συμφέρον έχει διευρυνθεί υπέρμετρα με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η άσκηση αίτησης ακυρώσεως και αναστολής στο ΣτΕ ακόμα και από κάποιους πολίτες οι οποίοι έχουν συμμετοχή σε περιβαλλοντικές οργανώσεις χωρίς να έχουν άμεση διασύνδεση με την επίδικη έννομη σχέση.


1γ) H δυνατότητα νομοθετικής πρόβλεψης αποζημιωτικής ευθύνης εις βάρος του φυσικού ή νομικού προσώπου και υπέρ του Δημοσίου που με προδήλως αβάσιμα ένδικα βοηθήματα αλλά με λόγους που επιτρέπουν τη χορήγηση αναστολής και με υπαιτιότητα, προκαλεί  επιβράδυνση στην εκτέλεση δημοσίων έργων, συμβάσεων κλπ. εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

2α) Η ανεξαρτησία της λειτουργίας της Δικαιοσύνης τείνει αρκετές φορές να συγχέεται με την απομόνωσή της από τις άλλες δύο λειτουργίες, τη νομοθετική και την εκτελεστική. Όμως, η ύπαρξη στρεβλώσεων στο επίπεδο της νομοθεσίας οδηγεί αναπόφευκτα στην δημιουργία στρεβλώσεων και στη διοίκηση η οποία καλείται να εφαρμόσει τις νομοθετικές διατάξεις κι εν τέλει επιβαρύνεται υπέρογκα και η διοικητική δικαιοσύνη η οποία επιφορτίζεται με επιπλέον όγκο υποθέσεων που έχουν ανακύψει από τις εν λόγω στρεβλώσεις. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι επιτακτικό να δρομολογηθούν τα εξής:

  • Να επενεξεταστούν και επαναδιατυπωθούν, με προσαρμογή στις σύγχρονες ανάγκες της δημόσιας διοίκησης και του πολίτη τα βασικά νομοθετήματα που διέπουν τη διοικητική διαδικασία. Ιδιαίτερα , λόγω και της ισχύος του νόμου«Περί Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης» αλλά και του νόμου για τη «ΔΙΑΥΓΕΙΑ», οι οποίοι παρέχουν ευρεία πρόσβαση του πολίτη στη δημόσια πληροφορία, πρέπει να επανεξεταστούν διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αναφορικά με την πρόσβαση του διοικουμένου στα δημόσια έγγραφα, την έναρξη ισχύος της διοικητικής πράξης από την κοινοποίησή της και τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης. 

  • Ο εκσυγχρονισμός των ως άνω διατάξεων, είναι δυνατό να άρει τα ζητήματα που ανακύπτουν από την περιοριστική αντιμετώπιση που έχει επιφυλάξει έως σήμερα ο νομοθέτης και επομένως να αφαιρέσει ένα μεγάλο τμήμα υποθέσεων που καταλήγουν στα διοικητικά δικαστήρια και οι οποίες πηγάζουν από τις διατάξεις αυτές.

  • Να δημιουργηθεί στις υπηρεσίες του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γραφείο επεξεργασίας της Νομολογίας, το οποίο θα αναλαμβάνει να εκδίδει μηνιαίως εμπεριστατωμένο δελτίο Νομολογίας για τα διοικητικά θέματα που έχουν κριθεί με αποφάσεις της Ολομέλειας ή των Τμημάτων και που άπτονται δικών με αναπτυξιακό και οικονομικό ενδιαφέρον για τα συμφέροντα του Δημοσίου και να αποστέλλει με τη μορφή Εγκυκλίου , το δελτίο αυτό στις υπηρεσίες που τις αφορά η νομολογιακή ερμηνεία των ζητημάτων που περιλαμβάνονται.

  • Έτσι π.χ. για ζητήματα πολεοδομικού, χωροταξικού και περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος εν γένει, θα πρέπει να αποστέλλεται μηνιαίως η νομολογιακή αντιμετώπισή τους, στις αρμόδιες υπηρεσίες που εγκρίνουν περιβαλλοντικούς όρους, ώστε να είναι εκ των προτέρων δυνατή η συμφωνία τους με τη νομολογία και να μην απαιτείται η προσφυγή στη δικαιοσύνη για την ακύρωσή τους με την αντίστοιχη αναστολή του έργου στο οποίο θα αφορούν.

  • Να θεσπιστεί νομοθετικά η υποχρεωτική συμμετοχή στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές που επεξεργάζονται νομοθεσία σχετική με τη διοικητική διαδικασία και δικαιοσύνη, διοικητικών δικαστών και διοικητικών υπαλλήλων οι οποίοι είναι οι πλέον κατάλληλοι να  εκφέρουν προτάσεις ενίσχυσης και αποτελεσματικότητας του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της διοίκησης και της διοικητικής δικαιοσύνης.

3) Η μέχρι σήμερα προσπάθεια λειτουργίας των επιτροπών επίλυσης διοικητικών διαφορών έχει καταρχήν εστιαστεί στις Επιτροπές Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του Υπουργείου Οικονομικών. Τα αποτελέσματα από την πραγματική τους λειτουργία κατέδειξαν ότι η συμβολή τους είναι μάλλον ζημιογόνος για το δημόσιο συμφέρον αλλά και το συμφέρον του πολίτη.

Ο υπέρογκος αριθμός υποθέσεων (περίπου 700 ανεκδίκαστες υποθέσεις παρέμειναν στο τέλος του 2013 στην Επιτροπή του άρθρου 70β) και το δυσνόητο νομικό πλαίσιο με το οποίο θεσπίστηκαν ιδίως οι προθεσμίες προσφυγής, σιωπηρής αποδοχής τους και τεκμαιρόμενης έκδοσης απόφασης, δημιούργησαν τεράστια σύγχυση στους ενδιαφερόμενους και τους δικαστές, επιφόρτησαν με επιπλέον βάρος τα διοικητικά δικαστήρια και απέτρεψαν την δυνατότητα είσπραξης δημοσίου χρήματος.


Είναι άμεση αναγκαιότητα, τώρα πλέον που έχουν εντοπιστεί οι λόγοι δυσλειτουργίας τους, να αναμορφωθεί και κυρίως να αποσαφηνιστεί αρχικά το νομοθετικό  καθεστώς που  διέπει τις Επιτροπές Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών.  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στο Ψήφισμα της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών κατά την τελευταία Γενική Συνέλευσή τους, "Τους τελευταίους 30 μήνες έχουν ψηφιστεί έξι αμιγώς φορολογικοί νόμοι με 177 άρθρα και 17 νόμοι στους οποίους συμπεριλήφθηκαν 71 νέες φορολογικές διατάξεις. Για αυτά εκδόθηκαν 111 υπουργικές αποφάσεις και 138 διευκρινιστικές εγκύκλιοι.»


Επιπλέον, απαραίτητη είναι η επαρκής στελέχωση με εξειδικευμένους σε νομικά και φορολογικά θέματα υπαλλήλους, καθώς και η αύξηση των μελών που απαρτίζουν τις εν λόγω επιτροπές.

Συνοψίζοντας , είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι καμία μεταρρύθμιση και νομοθετική πρωτοβουλία δεν θα μπορέσει να ευοδωθεί αν δεν προβλεφθεί ΑΜΕΣΑ η αύξηση των οργανικών θέσεων των Διοικητικών Δικαστών και υπαλλήλων των Διοικητικών Δικαστηρίων. Ενδεικτικά οι ετήσια προκήρυξη του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την πρόσληψη Διοικητικών Δικαστών, του έτους 2014, περιελάμβανε 20 μόνο θέσεις εκ των οποίων οι 6 θέσεις ήταν για το Συμβούλιο της Επικρατείας , οι 6 για το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι 8 για τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια όλης της Ελλάδας. 


Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι οι υποψήφιοι διοικητικής κατεύθυνσης, που συμμετέχουν στο Διαγωνισμό για την Εισαγωγή στην Εθνική Σχολή Δικαστών , είναι ετησίως περίπου 400 , εκ των οποίων οι 200 περίπου πετυχαίνουν βαθμολογία πάνω από την οριζόμενη βάση εισαγωγής, αλλά μένουν εκτός λόγω χαμηλού αριθμού θέσεων, είναι προφανές ότι η κάλυψη σε περίπτωση αύξησης των θέσεων, θα είναι άμεσα εφικτή λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού των ενδιαφερομένων υποψηφίων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου